UNIC Voices: Μ. Χρίστου — Πώς η Κύπρος αντέχει τις κρίσεις

Σε συνέντευξή του στο StockWatch, ο Μάριος Χρίστου, λέκτορας στο Τμήμα Λογιστικής, Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών και στέλεχος του Κέντρου Οικονομικών Μελετών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, αναλύει τους παράγοντες που εξηγούν τη διαχρονική ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας απέναντι σε κρίσεις.

Η κυπριακή οικονομία αποδεικνύει διαχρονικά μια σπάνια προσαρμοστικότητα απέναντι σε γεωπολιτικές, χρηματοπιστωτικές και εγχώριες κρίσεις.

Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο Μάριος Χρίστου, λέκτορας στο τμήμα Τμήμα Λογιστικής, Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών και στέλεχος του Κέντρου Οικονομικών Μελετών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, αναλύει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσελκύουν διεθνείς επενδυτές, από τη φορολογική σταθερότητα έως την ευελιξία του τομέα των υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα, σταχυολογεί τις δομικές αδυναμίες της χώρας.

Ο κ. Χρίστου θίγει ακόμα την απουσία ανεξάρτητων think tanks, την εξάρτηση της οικονομικής πολιτικής από κομματικά στερεότυπα, καθώς και τον κομβικός ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η ιδιωτικοποίηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.

Τέλος, αναδεικνύει το κρίσιμο έλλειμμα κουλτούρας διαχείρισης κινδύνου στις εγχώριες επιχειρήσεις και την ανάγκη μετάβασης από την ευκαιριακή διαχείριση του παρόντος σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Η Κύπρος έχει επιδείξει ιστορικά μια αξιοσημείωτη μακροοικονομική ανθεκτικότητα, προσαρμοζόμενη σε τραπεζικές κρίσεις και παγκόσμιους κλυδωνισμούς. Ποια χαρακτηριστικά πιστεύετε ότι ορίζουν αυτή την ανθεκτικότητα;

Η κυπριακή οικονομία επιδεικνύει διαχρονικά σταθερότητα. Η σταθερότητα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που λαμβάνουν υπόψη τους ως συγκριτικό πλεονέκτημα οι επενδυτές στην αναζήτηση επενδυτικών προορισμών ή βάσεων για τις δραστηριότητές τους. Ένα πολύ σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αποτελεί η σταθερότητα της νομοθεσίας, του γενικότερου νομοθετικού πλαισίου και της φορολογίας. Παρ’ όλο που υπήρξε μια αναπροσαρμογή στον εταιρικό φόρο, το γενικότερο φορολογικό πλαίσιο παρέμεινε και παραμένει σταθερό για δεκαετίες, εκπέμποντας εμπιστοσύνη. Η προσαρμοστικότητα είναι επίσης ένα σοβαρό πλεονέκτημα της κυπριακής οικονομίας που βασίζεται στον τομέα των υπηρεσιών που με τη σειρά του εύκολα προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα που δημιουργούνται. Η έλλειψη μεγάλων βιομηχανικών μονάδων στην περίπτωση αυτή, που συνεπάγεται ανελαστικότητα στη μεταφορά παραγωγικών πόρων από ένα τομέα σε άλλο, επενεργεί θετικά στις περιπτώσεις κρίσεων όπου απαιτούνται διαρθρωτικές μεταβολές. Έχουμε ως παράδειγμα την περίπτωση της Γερμανίας όπου η κρίση στην αυτοκινητοβιομηχανία οδήγησε τη χώρα σε ύφεση από την οποία εξέρχεται με πολύ αργούς ρυθμούς.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Κύπρος από την ανεξαρτησία και μετά, δημιούργησε ένα ευέλικτο μοντέλο προσαρμοστικότητας που θα λέγαμε ότι έχει δημιουργήσει μια «τεχνογνωσία» στην προσαρμογή νέων δεδομένων που προκύπτουν από σοβαρές κρίσεις. Από το 1974 και την τουρκική εισβολή που επέφερε ένα τεράστιο σοκ στην οικονομία (και όχι μόνο), είχαμε διαχρονικά την επιτυχή διαχείριση εσωτερικών κρίσεων που ακολούθησαν (όπως η κρίση του χρηματιστηρίου, της αγοράς ακινήτων και της τραπεζικής κρίσης), αλλά και εξωτερικών που είχαν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία (όπως οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, οι πολεμικές συρράξεις και συγκρούσεις στην περιοχή, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές κρίσεις κλπ). Είναι εξίσου σημαντικό να τονίσουμε ότι κάποιες από τις κρίσεις αυτές είχαν θετικό αντίκτυπο για την κυπριακή οικονομία (όπως η Λιβανική κρίση το 1975) και εν τέλει «ανέδειξαν» τη σταθερότητα και την ασφάλεια της Κύπρου στην περιοχή.

Πού θεωρείτε ότι εντοπίζεται το κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Κύπρου σήμερα, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες;

Θέτοντας την Κύπρο στο ανταγωνιστικό πλαίσιο της Ευρώπης, θα πρέπει καταρχάς να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι εύκολη η συνεχής διατήρηση μιας ανταγωνιστικής θέσης. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δεν είναι ένα και μοναδικό. Είναι ένας συνδυασμός ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων, η βαρύτητα του καθενός από τα οποία μεταβάλλεται ανάλογα με τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. Ως τέτοια, είναι η συμμετοχή της Κύπρου ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη, η στρατηγική γεωγραφική θέση, οι διαχρονικές εξαιρετικές οικονομικές (και πολιτικές) σχέσεις με τις χώρες και τις αγορές της Μέσης Ανατολής και η ασφάλεια και η σταθερότητα όπως τις έχουμε ήδη επεξηγήσει και προσεγγίσει. Ιδιαίτερα πλεονεκτήματα είναι η υψηλή κατάρτιση και επαγγελματισμός του ανθρώπινου δυναμικού, οι δομές και οι διαδικασίες διεκπεραίωσης θεσμικών απαιτήσεων όπως επίσης η κουλτούρα και η ποιότητα ζωής.

Από τη σκοπιά των μακροοικονομικών προβλέψεων, ποιες είναι οι πιο κρίσιμες εγχώριες μεταβλητές που θα καθορίσουν την ανάπτυξη ή τη συρρίκνωση των κυπριακών χρηματοοικονομικών αγορών τα επόμενα 2 με 3 χρόνια;

Ως μέλος της Ευρωζώνης η Κύπρος αποκτά το πλεονέκτημα της χρήσης ενός από τα πλέον ισχυρά και σημαντικά διεθνή νομίσματα στον κόσμο, το ευρώ. Αυτό φυσικά δημιουργεί και την αντίστοιχη εξάρτηση της διαχείρισης της νομισματοπιστωτικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία προσαρμόζεται στις ανάγκες και προκλήσεις των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης. Επομένως, οι χρηματοοικονομικές αγορές, και ιδιαίτερα ένα μεγάλο κομμάτι της κεφαλαιαγοράς, παραμένουν διαρθρωτικά εξαρτημένες (τουλάχιστον όσον αφορά τη διακύμανση των βασικών επιτοκίων) από εξωγενείς παράγοντες. Η ιδιωτικοποίηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου πιθανόν να θεωρείται σε αυτή τη χρονική συγκυρία ως η πιο σοβαρή εσωτερική παράμετρος που μπορεί να δώσει ώθηση στην κεφαλαιαγορά αλλά και στο γενικότερο χρηματοοικονομικό περιβάλλον.

Με βάση την εμπειρία σας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, πόσο αποτελεσματικά αξιοποιούνται τα δεδομένα που παράγονται σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα για τη διαμόρφωση της πραγματικής δημοσιονομικής πολιτικής από τους χαράκτες πολιτικής;

Η συνεισφορά της πανεπιστημιακής κοινότητας και της ακαδημαϊκής γνώσης στη διαμόρφωση πολιτικής βοηθά αποτελεσματικά στη δημιουργία ισορροπίας μεταξύ πολιτικής και τεχνοκρατικής προσέγγισης. Για τον λόγο αυτό βλέπουμε σε πολλές χώρες τη δημιουργία, ακόμα και τη θεσμοθέτηση δεξαμενών σκέψης (think tanks), που ενισχύουν την ανάλυση και την επεξεργασία των οικονομικών δεδομένων και βοηθούν στη χάραξη μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής. Δυστυχώς στην Κύπρο δεν ακολουθούμε ακόμη την προσέγγιση αυτή, καθώς η χάραξη οικονομικής πολιτικής βασίζεται πολλές φορές σε κομματικά στερεότυπα που αντικατοπτρίζουν τις θέσεις των κομμάτων που στηρίζουν την εκάστοτε εξουσία-προεδρία του κράτους.

Ποιες είναι οι κύριες ερευνητικές προτεραιότητες που έχετε θέσει για το επόμενο διάστημα σε ό,τι αφορά το έργο σας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας; Υπάρχουν συγκεκριμένες μελέτες ή πρωτοβουλίες με στόχο να παρέχετε πρακτική καθοδήγηση στην κυπριακή επιχειρηματική κοινότητα;

Η δημιουργία και η παρουσία του Κέντρου Οικονομικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας έχει ως στόχο να γεφυρώσει την ακαδημαϊκή γνώση με το επιχειρείν. Είναι αρκετές οι εταιρείες και οι οργανισμοί στους οποίους το Κέντρο έχει προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες, αλλά και τεχνοοικονομικές μελέτες και υποστήριξη. Πέραν τούτου, το Κέντρο δημιουργεί και τρέχει οικονομετρικά μοντέλα και προβαίνει σε δημοσιεύσεις προβλέψεων και αναλύσεων δεδομένων.

Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η Κύπρος είχε επηρεαστεί από δύο σοβαρές κρίσεις: την εξωγενή κρίση της σύρραξης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ και την εγχώρια κρίση του αφθώδους πυρετού. Για κάθε μια από τις δύο αυτές κρίσεις δημιουργήθηκε ειδικό παρατηρητήριο, με την ανάλυση των δεδομένων και τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των αναλύσεων που πραγματοποιούνταν.

Η διαχείριση κινδύνου αποτελεί μια πολύ σοβαρή διαδικασία και παράμετρο που κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα από το μέγεθός της, οφείλει να εφαρμόζει. Οπωσδήποτε οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στη διαχείριση κινδύνων λόγω μεγέθους και έλλειψης πόρων και τεχνογνωσίας. Το βασικότερο στρατηγικό λάθος εστιάζεται στην ίδια την έλλειψη στρατηγικής. Οι πλείστες των επιχειρήσεων επικεντρώνονται στη διαχείριση του παρόντος, αφήνοντας εκτός προτεραιότητας την μεσοπρόθεσμη έστω στρατηγική, πόσο δε μάλλον τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, η έλλειψη τεχνογνωσίας, αλλά και κουλτούρας αναγνώρισης κινδύνων και ανάπτυξης στρατηγικών διαχείρισής τους αποτελεί το βασικότερο μειονέκτημα του κυπριακού επιχειρείν, το οποίο οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε έγκαιρα.