Τέχνη για χάρη της τέχνης, του παιδιού ή/και της κοινωνίας;

 Πρόσφατα εκδόθηκε ένα παραμύθι με τίτλο «Η Χαρά χορεύει» του Luciano Lozano από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, στο οποίο διαβάζουμε την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, της Χαράς, η οποία δεν τα πάει καλά στο σχολείο μέχρι που ανακαλύπτει τον χορό. Κι ο χορός την ευχαριστεί και τη γεμίζει τόσο, που τα πάντα στη ζωή της γίνονται μαγικά. Μου θύμισε την γνωστή ιστορία της Gillian Lynne, η οποία είχε σοβαρά προβλήματα στο σχολείο εξαιτίας της υπερκινητικότητάς της. Η μητέρα της την πήγε σε ειδικούς για να τη βοηθήσει να «προσαρμοστεί». Ένας από αυτούς είπε στη μητέρα της «Η Gillian δεν είναι άρρωστη, είναι χορεύτρια, πήγαινέ την σε σχολή χορού». Οι περισσότεροι «ειδικοί» σήμερα θα της έδιναν ένα Ritalin και θα της ζητούσαν να κάτσει ήσυχα. Η Gillian έγινε μία από τις μεγαλύτερες χορεύτριες και αργότερα χορογράφους. Συνεργάστηκε με τον Andrew Lloyd Weber και έκανε τις χορογραφίες στα μιούζικαλ «Cats», «Phantom of the opera» κ.λπ.

Και στις δυο αυτές περιπτώσεις, το σχολείο δεν αντιλήφθηκε την ανάγκη του παιδιού να εκφραστεί με ένα διαφορετικό τρόπο. Αποδεχόμαστε καθολικά την τέχνη, αλλά στην πράξη δεν έχουμε εντρυφήσει στην ουσία της, με αποτέλεσμα η διδακτική πράξη να καθορίζεται από αντικρουόμενες επιδράσεις. Και έτσι, όταν διερωτόμαστε για το ρόλο της τέχνης και τον σκοπό της, αλλά και σε ποιους απευθύνεται δεν έχουμε ξεκάθαρη απάντηση. Στον σύγχρονο κόσμο η τέχνη θεωρείται πολύ σημαντική και οι αποδείξεις γι’ αυτό είναι πολλές: η δημιουργία νέων μουσείων και οι υψηλές εμπορικές αποτιμήσεις της αγοράς έργων τέχνης είναι κάποιες από αυτές. Ωστόσο, φτάνει μία επίσκεψή μας σε μουσείο για να διαπιστώσουμε πως αδυνατούμε να βιώσουμε την προσδοκώμενη μεταμορφωτική εμπειρία. Πού βρίσκεται όμως το πρόβλημα; Σε εμάς ή στον τρόπο που διδαχθήκαμε την  τέχνη; Το απόφθεγμα των μοντερνιστών «η τέχνη για την τέχνη» και η άποψή τους πως θα πρέπει να δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα, υπονομεύει την ιδέα ότι η τέχνη χρησιμεύει σε οτιδήποτε ιδιαίτερο.

Κι ερχόμαστε στον οργανωμένο χώρο του σχολείου, που εξαιτίας κάποιων παλαιότερων στερεοτύπων αναφορικά με τη διδασκαλία της τέχνης τα οποία επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, κάνουμε κάποιες λαθεμένες κινήσεις και διαδικασίες. Κατά την άποψή μου η τέχνη γενικά έχει τη δύναμη να ενισχύει περαιτέρω τις ικανότητες με τις οποίες μας προίκισε η φύση, να λειτουργεί θεραπευτικά. Οι τέχνες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο, καθώς μας παρέχουν τη δυνατότητα να κτίσουμε γέφυρες, γέφυρες με τον ίδιο μας τον εαυτό, με τους συνανθρώπους μας και με το περιβάλλον μας. Συγκεκριμένα, στο χώρο του σχολείου μέσω της τέχνης θα πρέπει να προωθείται η έκφραση, η εμπειρία, η ευχαρίστηση, η εξερεύνηση, η εκτόνωση, η επικοινωνία. Oι τέχνες μας διδάσκουν να βλέπουμε ό,τι δεν είχαμε έως τότε προσέξει, να αισθανόμαστε ό,τι δεν είχαμε αισθανθεί, να υιοθετούμε τρόπους σκέψης που είναι ενδογενείς στις τέχνες.

Οι συνθήκες πάντα θα βάζουν εμπόδια στην πράξη, αλλά το πιο σημαντικό είναι να έχουν υιοθετηθεί αξίες και πρακτικές που καλλιεργούν την περιέργεια, το ψάξιμο, την ανακάλυψη. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ο ίδιος ο εκπαιδευτικός να έχει καθορίσει μέσα του για ποιο λόγο κάνει τέχνη: για το παιδί, για την ίδια την τέχνη ή για την κοινωνία; Μήπως μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα τρία σε ένα βαθμό; Πρέπει άραγε να συνδυαστούν; Προσωπικά, αυτό που με γοητεύει είναι η στιγμή που ένα παιδί ανακαλύπτει τον κόσμο της τέχνης, εκφράζεται και ανταποκρίνεται. Τα μάτια του σπινθηροβολούν όταν ανακαλύπτει ακόμη και τις μείξεις των χρωμάτων. Έχετε δει παιδάκι να κοιτάει με έκπληξη το χρώμα που προκύπτει τυχαία; Ή ακόμη την ώρα που εκφράζει το τι ζωγράφισε στο χαρτί του; Βάζει όλη του τη σκέψη και την εκφραστικότητα για να σου το μεταδώσει… Πόσες οι περιπτώσεις παιδιών που αντιμετωπίζουν με δειλία την αρχική τους προσπάθεια για ζωγραφική και πόσο σημαντική η συμβολή της νηπιαγωγού και σε αυτό το κομμάτι (το παραμύθι «Η τελεία», από τις εκδ. Αίσωπος αποτελεί μια ευρηματική ιστορία για τις ικανότητες που κρύβει ο καθένας από εμάς). Το παιδί είναι ερευνητής με μεγάλη περιέργεια, που ενθουσιάζεται απ’ τις ανακαλύψεις του για μια στιγμή και στη συνέχεια απογοητευμένο ψάχνει για κάτι άλλο. Δάνειο η φράση αυτή από τα λόγια του μεγάλου Γιάννη Τσαρούχη. Σαν ερευνητής που μπαίνει στον μαγικό κόσμο της τέχνης και ψάχνει χρώματα, σχήματα, νοήματα και έννοιες…

Αγγελική Μανούσου, Φοιτήτρια στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Επιστήμες Αγωγής – Τέχνες στην Εκπαίδευση», Νηπιαγωγός με 10 και πλέον χρόνια εμπειρία, λάτρης της παιδικής λογοτεχνίας, ασχολείται με τη συγγραφή παραμυθιών, μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί 4 παραμύθια: Ένας σφυροκέφαλος με νου και γνώση, Φρίξος το φίλαυτο φταποδι, Γιατί σκάει ο Τζίτζικας; και Μαμά, μη φοβάσαι το σχολείο. (Το παρόν κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο των αναγκών του μαθήματος EDUC-516DL: Σύγχρονες Προσεγγίσεις στη Διδακτική των Εικαστικών.)

SHARE
Published On: September 8th, 2021|Categories: Blog, OISTOS|
Αναστοχαστικό ημερολόγιο από τη φοιτήτρια Προδημοτικής Εκπαίδευσης Σοφία Λυσιώτου
Τέχνη & Ενσυνειδητότητα

Εγγραφή στο Ενημερωτικό Δελτίο «Οιστός»

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Τέχνη & Ενσυνειδητότητα

Πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε παρόντες σε μία δεδομένη στιγμή που κάνουμε κάτι, αλλά δεν είμαστε. Το μυαλό μας χάνεται σε άλλες σκέψεις, π.χ. συστηνόμαστε με κάποιον και αμέσως το επόμενο δευτερόλεπτο δεν θυμόμαστε το όνομά του, ή, όταν τα παιδιά μας μάς μιλάνε, ακούμε πραγματικά τι μας λένε;

Go to Top