Σπουδές σε Προδημοτική και Δημοτική Εκπαίδευση: το Επάγγελμα που Χτίζει το Αύριο

Υπάρχουν επαγγέλματα που φαίνονται «απλά» επειδή τα γνωρίζουμε και τα θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια. Το επάγγελμα του/της νηπιαγωγού και του/της δασκάλου/ας είναι ένα από αυτά. Κι όμως, αν σταθούμε λίγο και το σκεφτούμε, θα διαπιστώσουμε πως λίγα επαγγέλματα έχουν τόσο μεγάλη ευθύνη και τόσο βαθιά επίδραση στη ζωή ενός ανθρώπου.

Στα πρώτα σχολικά χρόνια, τα παιδιά δεν διδάσκονται απλώς γράμματα και αριθμούς. Εκεί χτίζονται τα θεμέλια: πώς μαθαίνει κανείς να μαθαίνει, πώς αντιμετωπίζει τη δυσκολία, πώς συνεργάζεται με τους άλλους, πώς χτίζει φιλίες, πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Ένας/μια εκπαιδευτικός δεν διαμορφώνει μόνο γνώσεις, βοηθά στη δημιουργία χαρακτήρων, στην αυτοπεποίθηση και στο να αποκτήσουν τα παιδιά θετική στάση ζωής. Είναι, ίσως, το πιο καθοριστικό επαγγελματικό αποτύπωμα που αφήνει κανείς σε μια κοινωνία αφού επενδύει στους ανθρώπους προτού αυτοί καταλάβουν τι σημαίνει επένδυση.

Αν λοιπόν ο/η εκπαιδευτικός έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα ως επάγγελμα, τότε το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι μόνο ποιος γίνεται εκπαιδευτικός, αλλά και τι είδους σχολείο χρειάζονται τα σημερινά παιδιά. Και εδώ τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Ο κόσμος που θα κληθούν να ζήσουν και να εργαστούν τα σημερινά παιδιά δεν μοιάζει καθόλου με αυτόν που ξέραμε εμείς κάποιες δεκαετίες πριν. Τρεις μεγάλες αλλαγές το δείχνουν ξεκάθαρα.

Πρώτον, η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ήδη την αγορά εργασίας με ρυθμό πρωτόγνωρο: επαγγέλματα που θεωρούνταν ασφαλή αναδιαμορφώνονται, νέες ειδικότητες εμφανίζονται σχεδόν κάθε μήνα και κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να προβλέψει ποιες δουλειές θα υπάρχουν σε δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια, όταν οι σημερινοί μαθητές θα εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Δεύτερον, η κλιματική κρίση δεν είναι πια σενάριο του μέλλοντος αλλά η καθημερινότητα που διαμορφώνεται τώρα με ακραία καιρικά φαινόμενα, λειψυδρία και ανάγκη για νέες μορφές ενέργειας. Τρίτον, οι ίδιες οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες, πιο απαιτητικές, πιο απρόβλεπτες.

Μπροστά σε αυτή την τριπλή αβεβαιότητα, η εκπαίδευση, ειδικά στις μικρές ηλικίες, δεν μπορεί πια να στοχεύει μόνο στις γνώσεις. Χρειάζεται να στοχεύει σε κάτι που έχει διάρκεια: σε δεξιότητες, ικανότητες και τη διαμόρφωση χαρακτήρων που θα έχουν αξία ό,τι κι αν αλλάξει γύρω τους. Αυτή η στροφή προς μια πιο ανθρωποκεντρική εκπαίδευση, μια εκπαίδευση δηλαδή που βάζει στο κέντρο το ίδιο το παιδί, τις ανάγκες του, τα ταλέντα του, τον τρόπο που σκέφτεται, δεν είναι απλώς μια ιδέα. Είναι πλέον ανάγκη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα από το πλαίσιο των Βασικών Ικανοτήτων για τη Διά Βίου Μάθηση, τονίζει εδώ και χρόνια ότι δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η συνεργασία, η δημιουργικότητα και η προσαρμοστικότητα είναι εξίσου σημαντικές με τις ακαδημαϊκές γνώσεις. Πρωτοβουλίες όπως αυτές δείχνουν προς ποια κατεύθυνση κινείται η Ευρώπη: προς παιδιά που δεν είναι απλώς καλά πληροφορημένα, αλλά ανθεκτικά, ευέλικτα και έτοιμα να αντιμετωπίσουν το άγνωστο. Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, η εκπαίδευση STEM (Επιστήμη, Τεχνολογία, Μηχανική, Μαθηματικά) αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα, ακόμα και από τα πρώτα σχολικά χρόνια. Είναι μια διαθεματική προσέγγιση που μαθαίνει στα παιδιά να παρατηρούν, να κάνουν υποθέσεις, να πειραματίζονται, να λύνουν προβλήματα με λογική και δημιουργικότητα. Είναι ακριβώς οι δεξιότητες που θα χρειαστούν σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η επιστήμη θα δίνουν όλο και περισσότερες λύσεις στα μεγάλα προβλήματα, από την κλιματική κρίση μέχρι την υγεία και την ενέργεια.

Σε όλες αυτές τις αλλαγές ο/η εκπαιδευτικός (νηπιαγωγός και δάσκαλος/α) παραμένει ο συνδετικός κρίκος. Ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να εξηγήσει ένα μάθημα, να λύσει μια άσκηση, ακόμα και να προσαρμοστεί στον ρυθμό ενός παιδιού. Δεν μπορεί όμως να δει το βλέμμα ενός μαθητή που δυσκολεύεται να καταλάβει πριν καν μιλήσει. Δεν μπορεί να χτίσει εμπιστοσύνη, να εμπνεύσει, να δώσει ένα «τα καταφέρνεις» τη στιγμή που ένα παιδί έχει πραγματικά ανάγκη να το ακούσει. Η μάθηση, ειδικά στις μικρές ηλικίες, δεν είναι μόνο μεταφορά πληροφορίας. Είναι σχέση, και η σχέση χτίζεται μόνο ανάμεσα σε ανθρώπους. Όσο πιο πολύ μπαίνει η τεχνολογία στη ζωή μας, τόσο πιο πολύτιμος γίνεται ο/η εκπαιδευτικός που ξέρει να τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο, χωρίς ποτέ να αφήνει να υποκαταστήσει την ανθρώπινη επαφή.

Στην Κύπρο, η συζήτηση αυτή δεν είναι πλέον θεωρητική, είναι επείγουσα. Χρειαζόμαστε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, από τις πρώτες κιόλας τάξεις, θα προετοιμάζει τα παιδιά για τον κόσμο που θα βρουν όταν εισέλθουν στον χώρο εργασίας. Αυτό σημαίνει λιγότερη έμφαση στην απομνημόνευση και περισσότερη σε δεξιότητες ζωής: στην ικανότητα να σκέφτονται κριτικά, να λύνουν προβλήματα, να συνεργάζονται, να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Και όλα αυτά από εκπαιδευτικούς που πιστεύουν σε αυτή την αποστολή και έχουν την κατάρτιση, αλλά και την ευαισθησία, να τη φέρουν εις πέρας. Αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα για την Κύπρο σήμερα: να βρει, να ετοιμάσει και να στηρίξει τους ανθρώπους που θα φέρουν αυτή την αλλαγή μέσα στην τάξη.

Αν όλα τα παραπάνω δείχνουν πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού, το επόμενο λογικό βήμα είναι να δούμε τι προσφέρει σήμερα το ίδιο το επάγγελμα σε όσους σκέφτονται να το ακολουθήσουν. Και η απάντηση είναι πως το πτυχίο στην προδημοτική ή δημοτική εκπαίδευση δεν οδηγεί σε έναν μόνο δρόμο, αλλά σε ένα σύνολο επιλογών.

Ο πιο γνωστός δρόμος είναι φυσικά η δημόσια εκπαίδευση, στα δημόσια νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί κάτι σημαντικό για όσους σκέφτονται το επάγγελμα σήμερα: από το 2027 το σύστημα διορισμών στη δημόσια εκπαίδευση αλλάζει. Το νέο σχέδιο διορισμών αναμένεται να αντικαταστήσει σταδιακά το παλιό σύστημα των καταλόγων διοριστέων και διορισίμων, κάτι που σημαίνει πιο ξεκάθαρες διαδικασίες πρόσληψης για τους/τις νέους/ες εκπαιδευτικούς. Είναι μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμα υπό διαβούλευση και συζήτηση, όμως δείχνει ότι το επάγγελμα εκσυγχρονίζεται και ανοίγεται σε νέες γενιές εκπαιδευτικών με πιο σύγχρονους όρους.

Πέρα όμως από τη δημόσια εκπαίδευση, υπάρχουν σαφώς κι άλλες επιλογές. Τα ιδιωτικά σχολεία στην Κύπρο αναζητούν συνεχώς καταρτισμένους εκπαιδευτικούς, προσφέροντας συχνά διαφορετικό εργασιακό περιβάλλον και ευελιξία. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα κάποιος να δημιουργήσει το δικό του απογευματινό εκπαιδευτικό κέντρο ή φροντιστήριο δημοτικού, στηρίζοντας παιδιά στα μαθήματά τους ή προσφέροντας εμπλουτισμένα προγράμματα δεξιοτήτων, μια επιλογή που συνδυάζει την επιχειρηματικότητα με την εκπαιδευτική αποστολή. Άλλοι πάλι αξιοποιούν δεξιότητες όπως η ενσυναίσθηση και η δημιουργικότητα σε νέους επαγγελματικούς χώρους, όπως το μάρκετινγκ ή η επικοινωνία, δείχνοντας ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού ανοίγει πολύ περισσότερους δρόμους απ’ όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ένα πτυχίο στην εκπαίδευση, με άλλα λόγια, προσφέρει σταθερότητα, νόημα και δυνατότητα εξέλιξης, με πολλούς διαφορετικούς δρόμους ανοιχτούς. Σε μια εποχή που όλοι αναζητούμε δουλειές με νόημα, λίγα επαγγέλματα προσφέρουν τόσο απτό νόημα όσο αυτό του/της εκπαιδευτικού. Κάθε παιδί που περνά μέσα από τα χέρια ενός/μιας καλού/ής εκπαιδευτικού παίρνει μαζί του κάτι που θα το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή. Αν η Κύπρος θέλει μια γενιά παιδιών έτοιμη για το μέλλον, χρειάζεται πρώτα μια γενιά εκπαιδευτικών αποφασισμένη να το χτίσει.

Μαρία Ευαγόρου
Καθηγήτρια Φυσικών Επιστημών, Συντονίστρια Δημοτικής Εκπαίδευσης
Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην Καθημερινή.