Πίσω από τα αποτελέσματα της PISA κρύβονται οι ερωτήσεις που δεν κάναμε.

Η Καθηγήτρια Έλενα Παπαναστασίου, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής, γράφει στην «Καθημερινή» για τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025.

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων είναι μόνο η αρχή

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας PISA 2025 έχει δικαιολογημένα προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς οι επιδόσεις της Κύπρου ήταν οι χαμηλότερες που καταγράφτηκαν από την αρχή της συμμετοχής μας σε αυτή την έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, ενώ το 2012, η μέση επίδοση των 15χρονων στην κατανόηση κειμένου ήταν 449 μονάδες, το 2025 η επίδοση μας διαμορφώθηκε στις 379, δηλαδή περίπου 70 μονάδες χαμηλότερα. Παρόλο που κατά την ίδια περίοδο καταγράφηκε υποχώρηση και στη μέση επίδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή περιορίστηκε στις 30 μονάδες.

Η υποχώρηση δεν περιορίζεται στην κατανόηση κειμένου. Στα μαθηματικά η επίδοση των 15χρονων μαθητών της Κύπρου υποχώρησε κατά 27 μονάδες από το 2012, ενώ η αντίστοιχη πτώση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μόνο 16 μονάδες. Στις φυσικές επιστήμες η επίδοση της Κύπρου έπεσε κατά 28 μονάδες, που ήταν σχεδόν αντίστοιχη με την πτώση στη μέση επίδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 26 μονάδες.

Αυτή η διαχρονική υποχώρηση δεν είναι αμελητέα και δεν θα πρέπει να μας αφήνει αμέτοχους. Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, είναι πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε την έρευνα PISA καθώς και άλλες διεθνείς έρευνες για να βελτιώσουμε την κυπριακή εκπαίδευση. Οι διεθνείς εκπαιδευτικές έρευνες μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια, εφόσον τις αντιμετωπίσουμε ως πηγές γνώσης και όχι απλώς ως πίνακες κατάταξης. Το ζητούμενο είναι να προχωρήσουμε πέρα από τη σύγκριση των μέσων επιδόσεων: να διατυπώσουμε συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα, να εξετάσουμε προσεκτικά τα αποτελέσματα και να τα συνδέσουμε με στοχευμένες παρεμβάσεις. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τι πληροφορίες μας δίνουν αυτές οι έρευνες και ποια είναι τα όριά τους.

Καμία έρευνα δεν μπορεί να απαντήσει όλα τα ερωτήματα

Ας ξεκινήσουμε από μια βασική παραδοχή: κάθε έρευνα σχεδιάζεται για συγκεκριμένους σκοπούς. Η έρευνα PISA εξετάζει την ικανότητα των μαθητών ηλικίας 15 ετών να αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες ώστε να ανταποκρίνονται σε προκλήσεις της καθημερινής ζωής. Η έρευνα TIMSS του οργανισμού ΙΕΑ εξετάζει τις επιδόσεις στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες στη Δ’ Δημοτικού και στη Β’ Γυμνασίου, συλλέγοντας παράλληλα πληροφορίες για τα αναλυτικά προγράμματα και τα πλαίσια μάθησης. Οι συγκεκριμένες έρευνες παρέχουν ενδείξεις για σημαντικές διαστάσεις της εκπαίδευσης, χωρίς να συνιστούν από μόνες τους συνολική αποτίμηση ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Συνεπώς, οι επιδόσεις στα γνωστικά αντικείμενα που εξετάζονται δεν δικαιολογούν γενικευμένες κρίσεις για κάθε πτυχή της εκπαίδευσης.

Η αναγνώριση αυτών των ορίων, ωστόσο, δεν μειώνει την αξία των ερευνών. Αντίθετα, μας βοηθά να αξιοποιήσουμε ουσιαστικότερα τον όγκο και την ποιότητα των δεδομένων που συλλέγονται.  Ανάλογα με την έρευνα, τον κύκλο και το είδος της συμμετοχής της κάθε χώρας, μέσω αυτών των ερευνών, συγκεντρώνονται πολλαπλές πληροφορίες για μαθητές, οικογένειες, εκπαιδευτικούς, διευθυντές, σχολικούς πόρους, διδακτικές πρακτικές ή και μαθησιακές συνθήκες. Ταυτόχρονα, οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις επιτρέπουν την εξέταση τάσεων στον χρόνο που επιτρέπουν και τη συγκρισιμότητα των δεδομένων (κάτι το οποίο δεν επιτρέπουν οι Παγκύπριες εξετάσεις γιατί είναι διαφορετική η στόχευση τους). Κατά συνέπεια, οι διεθνείς έρευνες μπορούν να συμβάλουν στην απάντηση πολλών ερευνητικών ερωτημάτων. Το ζητούμενο για την Κύπρο είναι να αξιοποιήσει συστηματικότερα αυτές τις δυνατότητες.

Αυτό προϋποθέτει την εις βάθος μελέτη των αποτελεσμάτων, σε συνδυασμό με τα ευρήματα άλλων ερευνών, ώστε οι αποφάσεις για αλλαγές στο εκπαιδευτικό μας σύστημα να στηρίζονται σε επαρκή τεκμηρίωση. Η προσπάθεια, όμως, δεν μπορεί να σταματά στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή των αλλαγών. Χρειάζεται να συστηματοποιηθεί και η ανεξάρτητη αξιολόγησή τους, ώστε να διαπιστώνεται τι λειτούργησε, τι δεν λειτούργησε και γιατί. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε παρέμβαση μπορεί να προσφέρει γνώση που θα καθοδηγεί τα επόμενα βήματα.

Από τα δεδομένα στη γνώση και στην εκπαιδευτική πράξη

Η συμμετοχή στις διεθνείς έρευνες αξίζει να στηριχθεί. Χρειάζεται, όμως, να συνοδεύεται από συστηματική συνεργασία πανεπιστημίων, εκπαιδευτικών και του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να επενδύουμε στη συλλογή δεδομένων και να αμελούμε τη γνώση που θα μπορούσε να προκύψει από αυτές.

Οι εκπαιδευτικοί και οι ερευνητές που ενδιαφέρονται για την εκπαιδευτική έρευνα έχουν πλέον στη διάθεσή τους πλούσιες βάσεις δεδομένων. Η δευτερογενής ανάλυσή τους μπορεί να περιορίσει την ανάγκη νέας συλλογής δεδομένων, όταν οι διαθέσιμες μεταβλητές και ο σχεδιασμός της έρευνας ανταποκρίνονται στα ερωτήματα που τίθενται.

Ας μετακινήσουμε, λοιπόν, τη συζήτηση από το «ποιος φταίει;» στο «ποια τεκμηριωμένα συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από τα δεδομένα για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε κάποιες πτυχές του εκπαιδευτικού μας συστήματος;». Η πραγματική αξία των διεθνών ερευνών δεν εξαντλείται στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Κρίνεται στο κατά πόσο μετατρέπουμε τη γνώση σε στοχευμένες παρεμβάσεις και αξιολογούμε με διαφάνεια την αποτελεσματικότητά τους.

Έλενα Παπαναστασίου
Κοσμήτορας Σχολής Επιστημών Αγωγής
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Αντιπρόσωπος της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση του ΙΕΑ

Δημοσιεύθηκε αρχικά στην Καθημερινή.