UNIC Voices: «Σχολικά βιβλία και αυτονομία των εκπαιδευτικών: από την εφαρμογή στην παιδαγωγική επιλογή»

Άρθρο της Δρ. Μαριλένας Ζίγγα στο Ink

Το σχολικό βιβλίο εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στη σχολική τάξη. Παρά την αυξανόμενη παρουσία ψηφιακών πηγών και εναλλακτικού εκπαιδευτικού υλικού, αποτελεί για πολλούς εκπαιδευτικούς το βασικό σημείο αναφοράς για την οργάνωση της διδασκαλίας. Καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το περιεχόμενο, τη σειρά παρουσίασής του, τις πηγές και τις δραστηριότητες που προτείνονται στους μαθητές.

Η επιρροή αυτή καθιστά το σχολικό βιβλίο κάτι περισσότερο από μια συλλογή πληροφοριών. Η ποιότητά του συνδέεται άμεσα με την επαγγελματική αυτονομία του εκπαιδευτικού, δηλαδή τη δυνατότητά του να επιλέγει, να προσαρμόζει και να ανασχεδιάζει τη διδασκαλία με βάση τις ανάγκες των μαθητών του.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο στην Κύπρο. Τα πρόσφατα αποτελέσματα της TALIS 2024 δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφέρουν μικρότερη διδακτική αυτονομία σε σύγκριση με τον μέσο όρο του OECD.

Kάθε σχολικό βιβλίο εμπεριέχει μια αντίληψη για τη διδασκαλία και τη μάθηση. Ανάλογα με τον σχεδιασμό του, μπορεί είτε να περιορίζει τις παιδαγωγικές επιλογές είτε να δημιουργεί περισσότερες δυνατότητες για την άσκηση επαγγελματικής κρίσης.

Ο OECD επισημαίνει ότι η αυτονομία συνδέεται με τη δυνατότητα προσαρμογής του αναλυτικού προγράμματος στις ανάγκες των μαθητών. Προϋποθέτει, ωστόσο, κατάλληλους πόρους, επαγγελματική προετοιμασία και συνθήκες που επιτρέπουν στον εκπαιδευτικό να λειτουργεί όχι απλώς ως εφαρμοστής, αλλά και ως δημιουργός της διδασκαλίας.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι ένα σχολικό βιβλίο που καθορίζει κάθε βήμα του μαθήματος, αλλά ένα εγχειρίδιο που προσφέρει ουσιαστικές παιδαγωγικές δυνατότητες, ανάμεσα στις οποίες ο εκπαιδευτικός μπορεί να επιλέγει.

Εδώ ανακύπτει ένα παράδοξο. Όσο λιγότερες δυνατότητες παρέχει το σχολικό βιβλίο, τόσο περισσότερη εργασία απαιτείται από τον εκπαιδευτικό. Χρειάζεται να αναζητήσει πρόσθετες πηγές, να σχεδιάσει δραστηριότητες υψηλότερης γνωστικής απαίτησης, να διαφοροποιήσει το υλικό και να ενσωματώσει διαφορετικές οπτικές.

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αυτή την προσπάθεια έκφραση αυτονομίας. Υπάρχει, όμως, ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να επιλέγει ο εκπαιδευτικός από ποιοτικές παιδαγωγικές δυνατότητες και στο να υποχρεώνεται να τις δημιουργεί επειδή απουσιάζουν από το βασικό υλικό. Η αυτονομία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόσθετη ευθύνη που βαραίνει αποκλειστικά τον εκπαιδευτικό.

Η αξιολόγηση των σχολικών βιβλίων, συνεπώς, δεν πρέπει να περιορίζεται στον εντοπισμό αδυναμιών. Χρειάζεται να οδηγεί σε ουσιαστική αναθεώρηση του υλικού, με περισσότερες και διαφορετικές πηγές, ανοιχτά ερωτήματα, δραστηριότητες διαφορετικής γνωστικής απαίτησης και δυνατότητες διαφοροποίησης.

Η επιστημονική εγκυρότητα αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση ενός ποιοτικού σχολικού βιβλίου, δεν είναι όμως επαρκής. Εξίσου σημαντικό είναι να εξετάζεται κατά πόσο το βιβλίο ενθαρρύνει την ενεργό μάθηση, αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των μαθητών και διευρύνει τις επιλογές του εκπαιδευτικού.
Η αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων δεν αφορά, επομένως, μόνο τη βελτίωση ενός εκπαιδευτικού προϊόντος. Αφορά και τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ασκούν ουσιαστικά τον επαγγελματικό τους ρόλο.

Ίσως, τελικά, αυτό είναι το σημαντικότερο ερώτημα κατά τον σχεδιασμό ή την αξιολόγηση ενός σχολικού εγχειριδίου: Προσφέρει στον εκπαιδευτικό περισσότερες ουσιαστικές παιδαγωγικές επιλογές ή του υποδεικνύει απλώς τι πρέπει να διδάξει και πώς;

Γράφει η Δρ. Μαριλένα Ζίγγα.
Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό στην Ανάπτυξη Αναλυτικών Προγραμμάτων, Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Δημοσιεύθηκε αρχικά στο Ink.